Αυτά που χτίσαμε

Κάθησε στο παγκάκι και χάζεψε τη γειτονιά. Είχε χτίσει τουλάχιστον τα μισά από αυτά τα σπίτια και η σκέψη και μόνο τον έκανε να γυρίσει τα χέρια του που κρέμονταν στο πλάι και να κοιτάξει τις παλάμες του: τόσο αυτές όσο και τα χτισμένα στο δρόμο έδειχναν σημάδια φθοράς. Είχε περάσει πια καιρός…

Σκέφτηκε τι εύκολο είναι, γενικά, να γκρεμίζεις σε σύγκριση με το να δημιουργείς. Η ίδια η οικοδομή τού είχε μάθει ότι για να στηθεί μια κατοικία χρειάζονται τόσοι πολλοί, ενώ για να πέσει, τόσοι λίγοι και τόσος λίγος ιδρώτας.

Επίσης είναι πολύ πιο εύκολο να μην κάνεις τίποτα στο μέρος που ζεις, συγκριτικά με το να καταβάλεις προσπάθειες να το συντηρήσεις. Η συντήρηση είναι μια απόδειξη σεβασμού της λειτουργικότητας ή/και κάθε άλλης αξίας -συναισθηματικής, ιστορικής, κλπ.- του κτίσματος, και είναι θέμα σοβαρό. Αλλιώς δεν θα υπήρχαν άνθρωποι που έκαναν πολυετείς σπουδές για να μάθουν να το κάνουν.

Σηκώθηκε κι έκανε μια βόλτα για να δει από κοντά μερικά κτίρια. Δεκαετίες ολόκληρες στη θέση τους, με τις πρακτικές και αισθητικές επιλογές τους, άλλοτε δικαιώνοντας τις επιλογές των αρχιτεκτόνων τους, άλλοτε παρωχημένα, παροπλισμένα ή ακόμη και επικίνδυνα. Κοίταξε προσεκτικά κάποια από αυτά και αναρωτήθηκε πώς μένουν ακόμη μέσα άνθρωποι!…

Ωστόσο, στην ιδέα της κατεδάφισης τον έπιανε σχεδόν πάντα ένα σφίξιμο. Έμοιαζε σαν με μια επιπόλαια κίνηση όλοι οι κόποι των ανθρώπων που έφτιαξαν το κτίριο να πηγαίνουν στράφι, σαν ασέβεια, σαν ύβρη. Ήταν πάντα αυτός που έχτιζε και συντηρούσε – ποτέ αυτός που κατεδάφιζε. Παρατηρώντας τα ετοιμόρροπα σπίτια το άγχος του για τους ανθρώπους που έμεναν μέσα έτεινε για λίγο να υπερνικήσει τη χαρά και την αίσθηση του καθήκοντος για δημιουργία…

Αυτά που χτίσαμε μπορεί να έχουν τεράστια αξία ή ακόμη και να’ναι ιερά για το παρόν ή το παρελθόν μας, ενώ ταυτόχρονα στέκουν ακίνητα μπροστά μας κουβαλώντας μια υπόσχεση για να μας στεγάσουν και να παρέχουν ένα πιο ασφαλές μέλλον.

Όταν, όμως, γίνει κοινή συνείδηση ότι κάποιο από αυτά περισσότερο μας καθυστερεί παρά συμβάλλει στη ζωή και την πρόοδο, θα έπρεπε να είναι τα ίδια εκείνα χέρια που έβαλαν τη λάσπη στο μυστρί, την έριξαν πάνω στο προηγούμενο τούβλο και έστησαν πάνω το επόμενο αυτά που θα κρίνουν ότι το οικοδόμημα είναι πια σαθρό. Αυτοί που δημιούργησαν θα πρέπει να δικαιούνται πρώτοι να χτυπήσουν τη γροθιά στο τραπέζι με αγανάκτηση, ξεπερνώντας κάθε συναισθηματικό δέσιμο με κάτι που, αν το καλοκοιτάξεις, δεν είναι παρά ένας σωρός από καλοβαλμένα πράγματα και άψυχα υλικά, που δεν μπορεί να προηγείται των ανθρώπων και που χρειάζεται να γκρεμιστεί για να χτίσουμε στη θέση του κάτι που θα μας στεγάζει καλύτερα.

Για μια στιγμή που το ξανασκέφτηκε δεν κατάφερε να θεωρήσει αυτή την πράξη καταστροφής σαν κάτι αρνητικό, αλλά σαν αναπόσπαστο κομμάτι της οικοδόμησης.

Πήρε το δρόμο για το σπίτι. Την άλλη μέρα θα ρωτούσε τους γείτονες τι πίστευαν γι’αυτό.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Fiction, Ενδοσκόπηση, Κοινωνία, Πολιτική

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s