Γυμνός πίσω από το παραβάν

Έδωσε την ταυτότητά του και η κοπέλα φώναξε το όνομά του στον διπλανό, ο οποίος έβαλε το χάρακα παράλληλα με τις γραμμές και διέγραψε τα στοιχεία του από τον κατάλογο. Μετά από τόσα και τόσα, είχε καταφέρει το μέχρι πρότινος αδιανόητο: να πάρει τα πόδια του και να πάει να ψηφίσει.

Είχε να το κάνει σχεδόν είκοσι χρόνια, από την πτώση του Μητσοτάκη και μετά ορκίστηκε στον εαυτό του να μην το επαναλάβει. Είχε πειστεί στα χρόνια του Σημίτη ότι τα δύο κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία είχαν συγκλίνει τόσο, ώστε δεν είχε πια νόημα. Η αριστερά, διασπασμένη και ενίοτε απολιθωμένη, ενίσχυε το τοπίο της στασιμότητας.

Στα χρόνια του μνημονίου, βέβαια, κάτι είχε αλλάξει. Η χαλαρότητα απέναντι στην ελεινή και διεφθαρμένη εξουσία είχε αντικατασταθεί από την οργή της υποβάθμιση του βιοτικού του επιπέδου. Ο οίκτος του απέναντι στη ρουσφετολαγνία είχε γίνει αίτημα αξιοκρατίας. Η απαξίωση του σάπιου συστήματος είχε γίνει απαίτηση να σταματήσει να αφήνει να αποφασίζουν οι άλλοι και να συμμετάσχει -με τρόπο που παραλίγο να είχε ξεχάσει- στην αλλαγή της γραμμής πλεύσης.
Σήκωσε την κουρτίνα και μπήκε μέσα. Αυτός, τα ψηφοδέλτια, ένας φάκελος κι ένα στυλό. Ακούμπησε τα χαρτιά πάνω στον πάγκο. Πώς του είχε συμβεί τώρα αυτό; Καλά ήταν έξω από αυτό το παιχνίδι: ευθύνη μηδέν, επιπτώσεις ελάχιστες, οι λιγούρηδες να τρώνε τα σουβλισμένα ζώα, οι αυλικοί να τρώνε τα ψίχουλα, οι τελευταίοι τροχοί της άμαξας να γλύφουν τα κοκκαλάκια, μπάλα τις Κυριακές, καφέ τα Σάββατα, Mega τις καθημερινές. Τι τις ήθελε τις ανακατατάξεις;

Έσκυψε και κοίταξε το παντελόνι του. Είχε παχύνει λιγάκι τελευταία και τον στένευε. Ασυναίσθητα σήκωσε με το ένα χέρι το μπλουζάκι του αφήνοντας να φανεί ο αφαλός του, ενώ έβαλε το άλλο στο πάνω κουμπί του τζην. Σήκωσε αμήχανα το κεφάλι, μήπως και τον έβλεπε κανείς, αλλά φυσικά κακώς ανησυχούσε. Πίσω από το παραβάν είχε περισσότερο προσωπικό χώρο κι από δοκιμαστήριο πολυκαταστήματος: καμία κάμερα δεν παρακολουθούσε τις κινήσεις του «για την ασφάλειά του«. Η δημοκρατία, αυτό μπορούσε τουλάχιστον να το διασφαλίσει.

Χαμήλωσε ξανά το βλέμμα, κοίταξε το άβολο παντελόνι του και άνοιξε το πάνω κουμπί.

Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι το είχε φορέσει πολύ περισσότερο απ’όσο έπρεπε -στα ούζα με τους φίλους του που έπαιρναν τις μίζες, σε οικογενειακά τραπέζια μέσα σε σπίτια που στο υπόγειό τους έκρυβαν τα πλαστικά σημαιάκια του ’85, σε μαθητικά reunion όπου κανείς δεν είχε αμφισβητήσει την ορθότητα της ψήφου της γιαγιάς του, σε δουλειές με ανθρώπους ανάξιους και άξεστους και σε χειραψίες με γλοιώδεις καριερίστες πολιτικούς.

Ίσως έπρεπε να ανοίξει και το επόμενο κουμπί, μήπως επιτέλους μπορούσε να ανασάνει λίγο καλύτερα. Μπροστά του απλωμένα τα χαρτιά, ο φάκελος και το στυλό. Κανένα μάτι επάνω του, καμιά ανάγκη κοινωνικής προσποίησης, επίδειξης ή συναγωνισμού.

Εκεί, σκέφτηκε, ήταν καιρός να βγάλει το παντελόνι του.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Πολιτική

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s