Πούλα μου τα δόντια σου

Όπως εκτίθεται στην έκθεση

Schadenfreude/Χαίρομαι με τη λύπη σου

μέχρι 20/4, ώρες 14:00-21:00

Δύο χρόνια κόντευαν να κλείσουν από τότε που είχε τελειώσει αυτή την απαράδεκτη σχολή. Παρά το παίνεμα των άλλων για αυτήν όταν πέρασε, δεν κατάφερε ποτέ να τη συμπαθήσει και, κατά βάθος, δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Του είχε βγάλει και την πίστη: σερνόταν συνεχώς από αμφιθέατρο σε αμφιθέατρο και, μια μέρα προς τα τελειώματα παρέδωσε κάτι που αντικειμενικά έσφυζε από το πάθος της χειμερίας νάρκης και έλαμπε με τη διαύγεια του χρησιμοποιημένου χαρτομάντιλου. Το εξώφυλλο έγραφε: “Διπλωματική”.
Τον καθηγητή που του την ανέθεσε τον μισούσε εξίσου κατάφωρα και, μετά από τις τέσσερις αναθεωρήσεις που του είχε ζητήσει, εκείνος τον κάλεσε μια μέρα στο γραφείο του, έγραψε κάτι σε post-it και του το έδειξε: “Δεν μπορώ να σας δώσω τίποτα περισσότερο για αυτό το κομμάτι του εαυτού σας, κύριε Χρήστου”. Το χαρτί έγραφε “5”.
Ο πατέρας του, εικοσιέξι χρόνια επιχειρηματίας, δεν άντεχε άλλο ούτε την άρνηση να δουλέψει ο γιος του στην οικογενειακή μπίζνα, ούτε την αναμονή. Του άνοιξε ένα μαγαζί που είχε ήδη πέραση από το 2011. Η ταμπέλα έγραφε: “Αγοράζουμε χρυσό”.
Στην αρχή δεν είχε πολλή πελατεία, αλλά μετά τα χαράτσια ο κόσμος τα είχε βρει σκούρα. Ένας μεσήλικας μπήκε μια μέρα στο μαγαζί φορώντας μια τραγιάσκα και μια γκριζοπράσινη ζακέτα. Πλησίασε τον πάγκο και με τόνο ψεύτικης χαλαρότητας και τα χέρια στις τσέπες είπε: “Αναρωτιέμαι πόσα θα μου δίνατε για δύο χρυσά δόντια”. Τα χέρια έσφιξαν ασυναίσθητα τη ζακέτα από μέσα. Τα μάτια έγραφαν: “Την κάτσαμε”.
Ο Χρήστου ρώτησε να μάθει πού βρίσκονταν τα δόντια. “Στο στόμα μου”, απάντησε χαμηλόφωνα ο μεσήλικας και ο προετοιμασμένος μαγαζάτορας έβγαλε από ένα σακουλάκι ένα αποστειρωμένο οδοντιατρικό κάτοπτρο και ζήτησε να τα δει. Άφησε το εργαλείο στον πάγκο, τράβηξε μια κόλλα κι έγραψε ένα νούμερο. Το έδειξε στον πελάτη και έσκασε ένα φαρδύ, λοξό χαμόγελο, λέγοντας: “Δεν μπορώ να σας δώσω τίποτα περισσότερο για αυτό το κομμάτι του εαυτού σας, κύριε”.
Τα δόντια που απάρτιζαν το χαμόγελο έκαναν την εμφάνισή τους με την αυτοπεποίθηση της μονιμότητας – και έγραφαν πολλά. Κατάφεραν να λάμψουν στα φώτα του καταστήματος εκπέμποντας έναν θρίαμβο αμφιβόλου ευγένειας, μέχρι που η ζακέτα έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s