Είμαι ό,τι τρώω

Βρίσκομαι άτυπα σε έναν αναίμακτο πόλεμο με τη βιομηχανία τροφίμων. Τις προάλλες σκέφτηκα αυτά τα των αρχαίων για υγιές μυαλό και υγιές σώμα: όσο το πρώτο είναι πολλές φορές σχετικό και χρήζει φιλοσοφίας, το δεύτερο περνάει πάντα από το πιάτο μου. Στα χρόνια της επιλογής των πάντων, η απουσία κρατικής πρόνοιας με καθιστά υπεύθυνο για μία φαινομενικά παράλογη πράξη: να δαγκώνω ενίοτε το χέρι που με ταΐζει.

Μπαίνω στο σουπερμάρκετ και χωρίζω νοητά τον όροφο με τα φαγώσιμα σε κατηγορίες: φρέσκα φρούτα και λαχανικά (ευτυχώς), κονσέρβες, κατεψυγμένα (πολλές φορές προτιμότερα από άλλα προϊόντα), ζάχαρη (άπειρη), άσπρο αλεύρι και πατάτες (υπερβολικές δόσεις παχυντικών υδατανθράκων), γαλακτοκομικά (τίγκα στον ευφημισμό), κρέατα (αλλαντικά και νωπά), λάδια, ποτά και αναψυκτικά.

Θυμάμαι την εθνική μας περηφάνεια των πρώτων σε παχυσαρκία στην Ευρώπη και τρίτων παγκοσμίως στην ημερήσια κατανάλωση θερμίδων και προσπερνάω -σχεδόν θυμωμένος- τα τμήματα με τα διατροφικά σκουπίδια. Το βράδυ, ανατρέχω στην απογευματινή επίσκεψη για καθημερινή προμήθεια τροφίμων και αφήνω για λίγο το μυαλό μου να ταυτιστεί με το σώμα μου -και με αυτά που μπορεί να καταναλώσει.

Τα γιαούρτια δεν μου γεμίζουν καθόλου το μάτι. Στην Ισπανία, λες «γιαούρτι» και όλοι σκέφτονται επιδόρπιο με ζάχαρη. Τους έλεγα ότι στην πραγματικότητα είναι αλμυρό, ξινό και με πέτσα και με κοιτούσαν σαν ούφο. Η πέτσα, λέει, έχει ομογενοποιηθεί, επειδή το ήθελαν οι καταναλωτές. Έτσι το γιαούρτι έχασε τα χαρακτηριστικά που το έκαναν αναγνωρίσιμο και φυσικά, μερικά από αυτά τα προϊόντα έχασαν το δικαίωμα να καλούνται έτσι. Προς στιγμή, γίνομαι «επιδόρπιο γιαούρτης«.

Το βούτυρο ήταν από παλιά δύσκολο και ανεπαρκές. Ο δικτάτορας και αυτοανακυρηχθείς αυτοκράτορας Ναπολέων Γ’ της Γαλλίας ανέθεσε σε χημικούς να φτιάξουν ένα υποκατάστατο του βούτυρου για να το ταΐζουν στο στρατό. Η πατέντα της λεγόμενης μαργαρίνης δεν πούλησε, αλλά μετά την ύφεση του ’30 και τον Β’ Παγκόσμιο, όλοι σκέφτηκαν ότι αυτό το προϊόν ίσως μας ξεγελούσε επαρκώς. Στη σύγχρονη εποχή, το βούτυρο δαιμονοποιήθηκε στο έπακρο και ολόκληρες γενιές ανατράφηκαν με χαμηλής ποιότητας λιπαρά. Για λίγο, είμαι «λιπαρή ουσία για επάλειψη«.

Οι χυμοί παίζουν με τη δύναμη της γραμματικής σύνταξης και εκμεταλλεύονται τα παραθυράκια της νομθεσίας για να μεταμφιέζονται σε ό,τι θέλουν -κυρίως σε ισοδύναμοι των φρεσκοστυμμένων και χωρίς ζάχαρη. Οι χυμοί είναι «100% φυσικοί«, που σημαίνει ότι δεν παράγονται από τίποτα χημικό, αλλά είναι όλοι από «συμπυκνωμένο χυμό«. Οι εταιρείες που απλά προσθέτουν το νερό δεν είναι υποχρεωμένες να δώσουν εξηγήσεις για κάτι που δεν παρήγαγαν, επειδή το πού παράγεται ο συμπυκνωμένος χυμός και τι περιέχει είναι κάτι που αφορά τον παραγωγό του (π.χ. κάπου στη Βραζιλία ή την Καλιφόρνια). Το ότι ορίζεται σαν «σιρόπι«είναι απλώς λεπτομέρεια.

Το γάλα με κακάο δεν φαινόταν τόσο κακή ιδέα όταν ήμασταν μικρά. Αργότερα, φαίνεται ότι οι γαλακτοβιομηχανίες το βρήκαν ασύμφορο, το μετονόμασαν στα ψιλά γράμματα και κράτησαν τα ονόματα των προϊόντων και τα έριξαν στην αγορά. Ήμουν μεγάλος όταν έγινε η αλλαγή από το πραγματικό γάλα σε αυτό το αραιό, ανομοιογενές υγρό, αλλά πόσοι στ’ αλήθεια ξέρουν ότι τα παιδιά κάτω των 5 ετών δεν μπορούν να πίνουν light; Ξαφνικά, είμαι «προϊόν με βάση άπαχο γάλα με κακάο«.

Τα παγωτά του Μπακιρτζή στη Χρυσούπολη της Καβάλας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της μνήμης όσων μεγάλωσαν εκεί. Αγόραζες τα παγωτά δίπλα στο εργαστήριο, όπου έβλεπες τα γάλατα να μπαίνουν στις μηχανές και τα μύριζες παντού στον αέρα, αγνά και καθαρά. Μετά, άρχισαν να φτάνουν τα τυποποιημένα παγωτά (χίλια-δυο δώρα είχαν για να μας τραβήξουν σαν παιδιά) και, όταν παγιώθηκαν, αντικαταστάθηκαν από προϊόντα με 25 συστατικά, άγνωστα τα περισσότερα στο μέσο καταναλωτή, μετονομάστηκαν στην περιγραφή, αλλά φυσικά κράτησαν τα ονόματά τους. Αντί να φοράω σορτσάκι και να παίζω μπάλα, είμαι «παγωμένο γλύκισμα«.

Πλένω τα δόντια μου και γίνομαι κάθε καταχώριση μιας τεράστιας λίστας ευφημισμών και άγνωστων λέξεων. Γίνομαι «αναψυκτικό» (χρωματιστό αεριούχο ζαχαρόνερο), γίνομαι «light» διώχνοντας την εισαγόμενη ζάχαρη και βάζοντας εισαγόμενη «ασπαρτάμη» (υποκατάστατο που ακόμη θεωρείται ύποπτο), γίνομαι «νιφάδα καλαμποκιού» ή «δημητριακό» (επεξεργασμένος υδατάνθρακας μέχρι και 50% ζαχαρωμένος, που σερβίρεται σαν σωστό πρωινό).

Απόψε είμαι ό,τι τρώω. Μέσα από το πιάτο μου, το σώμα μου, σε μια ύποπτη σύμπνοια με το μυαλό μου, καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες για να με ειδοποιήσει για τη σαβούρα που με τρέφει και να με κρατήσει στην κατηγορία του ανθρώπινου είδους.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s