National anthem

Από το παράθυρό του στο διαμέρισμα 4ου ορόφου στο Κολωνάκι άκουγε τις πρόβες της φιλαρμονικής, η οποία όπου να’ναι θα έπαιζε το καθιερωμένο εμβατήριο, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε να ακούσει εκείνη τη στιγμή. Κράτησε τη χειρόγραφη παρτιτούρα στα χέρια του και προσπάθησε να σταθεί όρθιος, σηκώνοντας αυτό το βάρος της ευθύνης που μερικές φορές μπορεί να σε κάνει να νιώσεις ότι ο σκελετός σου θα σπάσει. Η παρτιτούρα έγραφε: «Ύμνος».

Ποτέ άλλοτε δεν είχε αισθανθεί έτσι: ένα υποχείριο της πολιτικής, μια γραφική φιγούρα που έπρεπε να φροντίσει για την υποτιθέμενη ψυχική ανάταση ενός λαού που επί μία πενταετία βίωνε την εξαθλίωση της ζωής του, την εκχώρηση των εθνικών του δικαιωμάτων, το ξεπούλημα της χώρας του.

Πριν από 7 μήνες, μια οικουμενική κυβέρνηση είχε διαδεχθεί την κυβέρνηση ΓΑΠ και είχε πάρει δυο φορές χειρότερα μέτρα κατά των λιγότερο εύπορων κοινωνικών στρωμάτων. Ήταν αυτή η κυβέρνηση που του είχε αναθέσει μετά από το λαϊκό δημοψήφισμα του Οκτωβρίου του 2014 το μέχρι πρότινος αδιανόητο: να μελοποιήσει εκ νέου τον «Ύμνο εις την ελευθερία» του Διονύσιου Σολωμού και να γράψει το εθνικό εμβατήριο της «νέας Ελλάδας«. 

Το πρόσχημα ήταν ότι αυτή πλέον ήταν μια νέα χώρα, η Ελλάδα μεν, αλλά μια χώρα «που αποκτούσε πια μια νέα ταυτότητα, μια νέα εθνική κατεύθυνση«, όπως δήλωνε με στόμφο ο πρωθυπουργός Γιώργος Καρατζαφέρης. Το 51,7% των Ελλήνων φαινόταν να συμφωνεί και είχε ψηφίσει «ναι» στο νέο εθνικό ύμνο.

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που δήλωναν ότι αποτελούσε χλευασμό προς τη δημοκρατία το γεγονός ότι το πρώτο δημοψήφισμα μετά το 1974 είχε αφορμή «λαϊκίστικη και γελοία«. Άλλοι, προφανώς, θεωρούσαν τον εθνικό ύμνο πολύ σημαντικό σύμβολο. Οι Έλληνες είχαν ακόμη μυαλό να σκέφτονται πρώτα τα σύμβολα και μετά τη ζωή τους.

Στα 49 του χρόνια, με όλες τις σπουδές και το συνθετικό του έργο στη χώρα και το εξωτερικό, αναρωτιόταν γιατί είχε δεχτεί αυτή τη δουλειά εν πρώτοις. Η υστεροφημία, ίσως, αλλά και ένα «χρεός προς την πατρίδα», όπως του έλεγε  παλιά η μάνα του. Ωστόσο, δεν του άρεσε και να κάνει μισές δουλειές: ο νέος ύμνος ήταν ολοκληρωμένος.

Εκείνη την ώρα, λίγο πριν την παρέλαση, τα πνευστά ήχησαν πρώτα και η μπάντα έπαιξε τη μελωδία. Το βάρος τον συνέθλιψε. Με ένα μείγμα αισθημάτων οφειλής και καταξίωσης, είχε παρακάμψει το Νικόλαο Μάντζαρο, 150 χρόνια μετά την καθιέρωσή της σύνθεσής του.

Δεν ήταν όμως η ανανέωση αυτή που τον φόβισε, ούτε κάποιος σκονισμένος σεβασμός απέναντι στα σύμβολα. Ήταν η απόλυτη παραδοχή της συνενοχής που ένιωθε τόσον καιρό, συμβάλλοντας στην εξαφάνιση της μνήμης, στον καθαγιασμό μιας οικονομικής επίθεσης που δεν υπολόγιζε έθνη και λαούς στο πέρασμά της. Οι κυβερνήσεις είχαν αποδειχθεί οι δυνάστες των ανθρώπων που τις ψήφιζαν και αυτός, δυστυχώς, ήταν ο παλιάτσος τους.

Ενώ ακόμη έπαιζαν οι νότες που επένδυαν τους στίχους «απ’τα κόκαλα βγαλμένη«, ανέβηκε σαν υπνωτισμένος στο σκαμνί, πέρασε τη ζώνη στον ανεμιστήρα και την τράβηξε γερά προς τα κάτω για να τη δοκιμάσει. Έξω από το παράθυρο απλωνόταν το Παγκράτι.

Ανέβηκε στο Made in China σκαμπό του και κοίταξε πάνω, προς τον Made in Germany ανεμιστήρα. Ίσως όλο αυτό ήταν μια τρέλα, αλλά η λογική της ζωής έμοιαζε να εξανεμίζεται. Ίσως έπρεπε να συλλογιστεί ξανά τι ήταν αυτή η «ελευθερία» για την οποία έγραφε ο ποιητής σχεδόν 200 χρόνια πριν.

Απ’την άλλη πάλι, αισθανόταν ότι ο χρόνος της περισυλλογής είχε προ πολλού πια τελειώσει.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Fiction, Πολιτική

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s