Περιμένοντας τους Έλληνες στις διαβάσεις

Πας βόλτα στις υπερπολιτισμένες χώρες του Βορρά εκεί πάνω και μπορείς άνετα να παίξεις το παιχνίδι: Πατάς το πόδι στην διάβαση και η κυκλοφορία σταματάει! Προφανώς στις λεωφόρους έχουν φανάρια, αλλά σε μικρότερους δρόμους συμβαίνει και λειτουργεί. Είναι μια ψύχωση με τον ΚΟΚ; Guess again… Πρόκειται για καθημερινή άσκηση δημοκρατίας.

Αντίστοιχα εγχειρήματα στους δρόμους π.χ. της Αθήνας αντιμετωπίζονται με κόρνες και μπινελίκια. Και οι δύο πλευρές, πεζοί (που έχουν πράσινο) και οδηγοί (που έχουν παλλόμενο πορτοκαλί), είναι βέβαιοι ότι μπορούν να περάσουν πρώτοι. Φυσικά, οι πεζοί κολώνουν, δεν διασχίζουν με την αγαλλίαση του slow life, αντίθετα, αγχώνονται τέρμα και δεν τολμάνε να περάσουν χωρίς να κάνουν πρώτα μια συνεννόηση του στυλ «υπάρχω – μη-με-φας-μπαμπέσικα» με τον οδηγό. Για το γεγονός ότι προηγούνται, ούτε λόγος.

Προσωπικά, είμαι ο μαλάκας που, είτε κοιτάει είτε δεν κοιτάει ο πεζός, τον περιμένω να περάσει. Φυσικά, μια μεγάλη πλειοψηφία περιμένει ότι, αφού θέλω να στρίψω, καλύτερα να περιμένει εκείνος -για να μην χρειαστεί συμβολαιογράφος. Εγώ σταματάω το όχημα και κάνω χειρονομία («Παρακαλώ! Περάστε!«) σαν πρόθυμο χανουμάκι. Εκεί συναντώ δύο αντιδράσεις:

α. Ο πεζός έχει ακουστά τις λέξεις «πολιτισμός», «ευγένεια», «έργο» και «φουαγκρά» (εντάξει, αυτό ίσως όχι…) και ηρεμεί, χαίρεται, διασχίζει τον δρόμο και ενίοτε χαμογελάει για να με ευχαριστήσει.

β. Ο πεζός έχει μεγαλώσει αυστηρά και μόνο με «βύσμα», «μίζα» και τζατζίκι και βεβαιώνεται ότι, για να του δίνω την προτεραιότητα που έτσι κι αλλιώς δικαιούται, θα πρέπει να είμαι κάποιος ανώμαλος / ανισόρροπος / άμοιρος κι ανυποψίαστος ξένος / serial killer, οπότε τη στιγμή που θα πάει να διασχίσει θα σπηντάρω (ή δεν θα σταματήσω) και θα του πετάξω τα άντερα στην άσφαλτο.

Τότε εγώ μουλαρώνω. Ανοίγω το τζαμάκι από το κράνος, επαναλαμβάνω την κίνηση περιχαρούς γκέισας και -κατά περίπτωση- αναφωνώ: «Έχετε προτεραιότητα!!!«. Εκεί ο πεζός σιγουρεύεται 100%: είμαι ψυχάκιας, εννοώ κάτι άλλο και, επειδή ένας υπάλληλος του ΟΑΕΔ μου μίλησε άσχημα, έστησα ένα πρόχειρο σχέδιο να τον εξοντώσω.

Τα δευτερόλεπτα αναμονής έχουν περάσει τα 5, οι υπόλοιποι οδηγοί κορνάρουν δαιμονισμένα και ο πεζός δεν λέει να κατεβάσει πόδι από το πεζοδρόμιο. Αν μίλησα για «προτεραιότητα» πριν από αυτόν γι’αυτόν, θα πρέπει να είμαι για ζουρλομανδύα!

Κι έχει δίκιο. Την ώρα που του εξηγώ το σκεπτικό μου, δεν έχω πλέον την αρχική στιχομυθία στο μυαλό μου. Έχω φορτώσει και θέλω να του πω τα εξής:

«Πεζέ συμπολίτη,


Πότε σε αυτή τη τιμημένη χώρα θα μάθουμε όλοι ποια είναι τα δικαιώματά μας και πότε τα επικαλούμαστε; 
Γιατί μου ξεφτίζεις τους θεσμούς; 
Γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις ότι σε ένα τόσο απλό θέμα όσο η κυκλοφορία τους δρόμους ο νομοθέτης σκέφτηκε χωρίς υστεροβουλία (έτσι, για αλλαγή) και σου παραχώρησε την προτεραιότητα; 
Γιατί παζαρεύεις ένα κοινό μας δικαίωμα επειδή κάποιος έρχεται και σου πουλάει νταηλίκια, τον κακομαθαίνεις και μετά εγώ πρέπει να κάθομαι να μαλώνω; 
Γιατί ικετεύεις σαν επαίτης για τα αυτονόητα και δεν κρατάς την ενέργειά σου για εκεί που θα χρειαστεί να διεκδικήσεις κάτι νέο;»

Ξυπνάω από τη μήνη μου πίσω στην πραγματικότητα. Ο πεζός με κοιτάει ακόμη με το βλέμμα του ασθενούς που λάδωσε για να εγχειριστεί, με το βλέμμα του πατέρα που έγλειψε για να διορίσουν τον άχρηστο γιο του που δεν ξέρει να μπαίνει στο e-mail του στα ΚΕΠ, με τη ματιά του νομοταγούς και σεβαστικού ανθρώπου που ήταν πάντοτε σε ετοιμότητα να κάνει θυσίες, αλλά δεν τόλμησε ποτέ να ζητήσει κάτι παραπάνω από αυτά που του έδωσαν ή τουλάχιστον τα κεκτημένα.

Τότε βγάζω το κράνος για να με κοιτάξει ολόκληρο στο πρόσωπο και τον κοιτάζω με το απελπισμένο ύφος
του τυπικού ανθρώπου που ξέρει εδώ και καιρό ότι οι κανόνες υπάρχουν κυρίως για να τηρούνται,
του δημοκρατικού ατόμου που ξέρει ότι η ψήφος σε βγάζει από την ιδιωτεία και τη ματαιότητα της κατανάλωσης και σου διδάσκει την πολιτική υποχρέωση
του ρομαντικού νέου που έσφαλε νωρίς και φρόντισε να μάθει από αυτό και
του οδηγού-κασκαντέρ που κινδυνεύει μια μέρα να πεθάνει περιμένοντας στις διαβάσεις τους Έλληνες να πάψουν να είναι ζήτουλες και να γίνουν πολίτες.

Και είμαστε εκεί, Σόλωνος και Χαρ. Τρικούπη, Αλεξάνδρας και Βαρβάκη, Βασ. Σοφίας και Ριζάρη, και κοιταζόμαστε σαν εξωτικά είδη, σαν απόλυτοι χάνοι. Είναι τότε που φοβάμαι ότι αυτός θα είναι πάντα πεζός κι εγώ πάντοτε καβαλημένος κι ότι η εμπιστοσύνη και η συνεννόηση δεν θα επέλθουν ποτέ, όσο κι αν περιμένω.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s