‘Cause the music plays forever

 

Τέλη των 70’s, o Καντάφι αυτοανακηρυσσόταν πρωθυπουργός και η ομάδα επιστημόνων των Sony και Philips, η οποία ουσιαστικά εφηύρε το CD player, ήταν κατηγορηματική: το μηχάνημα αναπαραγωγής χρειαζόταν κι ένα κουμπί επανάληψης. Το κουμπί θα έπαιζε ξανά είτε το τρέχον κομμάτι είτε ολόκληρο το άλμπουμ μέχρι κάποιος να το σταματήσει. Η εποχή της κολλημένης βελόνας στο τέλος της πλευράς του δίσκου βινυλίου έφτανε στο τέλος της. Τώρα θα ήταν όλα πια καλά.

Ήταν 1980 όταν έφαγαν τον Lennon, o Peter Gabriel τραγουδούσε το «Biko» και οι συντηρητικοί Αμερικανοί ήθελαν έναν πρώην ηθοποιό για πρόεδρο – έτσι έφεραν τον Ρήγκαν στην εξουσία. Οι εταιρείες του compact disc δοκίμαζαν το repeat και ο Ρήγκαν κράτησε δύο τετραετίες, στο διάστημα των οποίων το «52nd street» του Billy Joel γινόταν το πρώτο ευρείας κυκλοφορίας CD στην ιστορία της μουσικής.

Το 1986, την ώρα που το Τσερνομπίλ είχε σκάσει στα μούτρα μας, o Ούλωφ Πάλμε ήταν ήδη νεκρός και σε ένα νεκροταφείο των Παρισίων κάποιοι πενθούσαν για τα 15 χρόνια χωρίς τον Jim Morrison, είχαμε σπουδαίους ηγέτες και έτσι χρειάστηκε απλώς να ψηφίσουμε την «αλλαγή», να κρατήσουμε την Θάτσερ μέχρι να κλείσει η δεκαετία και να αποφύγουμε τα ραδιενεργά μαρούλια. Όμως η μουσική έπαιζε ευκολότερα και καταλάμβανε λιγότερο χώρο, πράγμα καλό – ακριβώς όπως ο αστείρευτος ελεύθερος χρόνος που θα εξοικονομούσαμε με την ευλογία της τεχνολογίας.

Ήταν 1994 όταν ο Kurt Cobain σκέφτηκε να γίνει αυτόχειρας, δίνοντας την ιδέα στον Michael Hutchence να το επαναλάβει τρία χρόνια αργότερα, ακούγαμε τα «Unplugged» ψηφιακά. Η Ελλάδα ξαναέφερνε Ανδρέα, γιατί χρειαζόμασταν κι άλλη αλλαγή. Ακούγαμε τη μουσική σε ένα διαχρονικό μήκος κύματος που μας έδινε δύναμη. Πολλές δέσμες laser είχαν ήδη κυλήσει στο αυλάκι, αλλά η δημοκρατία περίμενε ακόμη πατέντες για να είναι καλά.

Εικοσιένα χρόνια είχαν περάσει από τον θάνατο της Janis Joplin και οι Δίδυμοι Πύργοι που συμβόλιζαν την άνθηση της σύγχρονης Βαβυλώνας έπεφταν κάνοντας τρομακτικό θόρυβο, σηκώνοντας ατελείωτη σκόνη και σκοτώνοντας κάποιες εκατοντάδες ανυποψίαστους. Τότε αποκαλύφθηκε ότι οι κακοί ήταν κάπου στην Ανατολή και φύλαγαν όπλα μαζικής καταστροφής.

Έκτοτε η Γερμανία άλλαξε καγκελάριους, η Γαλλία προέδρους και η Ελλάδα πρωθυπουργούς, ενώ οι ακτίνες των CD άρχισαν να κουράζονται και να αφήνουν την αέναη αναπαραγωγή της μουσικής στους ημιαγωγούς. Η Amy Winehouse θέλησε να φύγει κι αυτή, ο Καντάφι κυρήχθηκε εγκληματίας και η Ελλάδα παραχώρησε τμήμα από τα κυριαρχικά της δικαιώματα για να πάρει δάνειο, την ώρα που 13% περισσότεροι επισκέπτες έπαιρναν την απόφαση (ενδεχομένως και δάνειο) να την επισκεφτούν.

Δικτατορίες πέφτουν και άλλες ανεβαίνουν, με ένα τεράστιο πλουμιστό πέπλο δημοκρατίας μπροστά στο στόμα τους. Γενιές πηγαίνουν κι έρχονται, χωρίς να μαθαίνουν σχεδόν τίποτα για το πώς δουλεύει ο κόσμος, αλλά ένα πράγμα είναι βέβαιο: η μουσική παραμένει ένα από τα θεμελιώδη συστατικά της ζωής μας, χωρίς ποτέ να διαχέεται, να στερεύει και να σταματά, παρόλο που κάποιες φορές αυτοί που την γεννούν δεν αντέχουν αυτή την ανθρώπινη ανακολουθία και αποφασίζουν να φύγουν.

Απόψε όλοι νομίζουμε ότι όλα θα πάνε καλά.
Γιατί η μουσική παίζει για πάντα.

Βασισμένο στο «It’s alright» του Sterling Void,
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Πολιτική, Τέχνες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s