Το χωράφι

Περνούσαμε μικροί με τον αδερφό μου και με τον μπαμπά στο τιμόνι του μπλε Nissan από τους χωματόδρομους που κύκλωναν τα χωράφια του παππού και των συγχωριανών του, κάτω στον κάμπο της Ορεστιάδας. Πέρα από την αίσθηση ότι ο παππούς έκανε πάντα κάτι πολύ σοβαρό εκεί, θυμάμαι ότι η εντύπωση που μου προκαλούσαν οι εκτάσεις ήταν αυτή κάποιου μέρους με ανεπιθύμητη υγρασία, πολλά κουνούπια το απόγευμα και φυτά σπαρμένα στη σειρά.

Είχα ξεχάσει ολότελα εκείνη την αίσθηση μέχρι που προχθές είδα ξανά ένα παρόμοιο μέρος μέσα σε ένα στιγμιαίο κομμάτι του ύπνου μου, κάτι σαν όνειρο-φραπέ.

Λίγο αφότου δάγκωνα το τελευταίο κομμάτι από ένα ροδάκινο, ένας άγνωστος κύριος, μετρίου αναστήματος, με μουστάκι και χωρίς ωραίο ντύσιμο, αλλά εμφανώς με πολλά λεφτά –τα οποία μαρτυρούσαν οι χοντροκομμένοι του τρόποι και το παροιμιώδες θράσος του- μου έδειξε το χωράφι στο οποίο βρισκόμασταν και μου είπε κατά λέξη: “Και αυτό είναι το κτήμα σου”.

Ήταν ντάλα μεσημέρι και με έκδηλη αμηχανία πέταξα το κουκούτσι από το ροδάκινο στο χώμα και έστριψα το κεφάλι για να δω μέχρι που έφτανε το μέρος. Δεν αναγνώριζα την τοποθεσία και, ενώ φαινόταν ότι στεκόμασταν σε μια γωνία του χωραφιού, οι πλευρές του συνεχίζονταν σαν να εκτείνονταν μέχρι τον ορίζοντα.

Γύρισα προς τον κύριο, ο οποίος δεν ήταν πια εκεί. Η ιδέα του να αποκτήσω ένα ολόκληρο χωράφι για σπορά, σε άγνωστο μέρος και μάλιστα σαν δώρο από κάποιον που δεν γνώριζα –και που, με την εξαφάνισή του, με άφησε να πιστεύω ότι είχα άτυπα συμφωνήσει- με άγχωσε τρομερά. Λίγο ο ήλιος που βαρούσε κατακέφαλα, λίγο το άβολο της στιγμής, άρχισα να ιδρώνω ακατάσχετα και να σκουπίζω το μέτωπο και το λαιμό μου από τον ιδρώτα, τινάζοντας το χέρι μου προς τα κάτω.

Είδα τότε ότι το κουκούτσι από το ροδάκινο είχε εξαφανιστεί και στη θέση του υπήρχε ένα μικρό φυτό που βλάσταινε. Για κάποιο λόγο, η γρήγορη ανάπτυξη του φυτού με ενόχλησε και άρχισα να απομακρύνομαι από τη γωνία, περπατώντας παράλληλα με την πλευρά του χωραφιού.

Όσο πήγαινα, τόσο μεγάλωνε η βεβαιότητά μου ότι ο άγνωστος κύριος με το μουστάκι δεν μου είχε μιλήσει στα ελληνικά. Επειδή η λέξη “κτήμα” θα σήμαινε ιδιοκτησία, γρήγορα πείστηκα ότι δεν είχα βιώσει τη στιγμή έτσι όπως αρχικά πίστευα και ότι ο κύριος μου είχε πει κατά λέξη στα αγγλικά: “And this is your allotment”.

Αυτό, μαζί με το γεγονός ότι ο ήλιος κρύφτηκε, με έκανε να πιστεύω ότι βρίσκομαι στη Βρετανία και, παρά την καινούργια αίσθηση εξερεύνησης που απέκτησα, αγχώθηκα ότι θα ήταν ακόμη δυσκολότερο να κουμαντάρω το χωράφι. Άρχισα να τρέχω, σε ένα χώμα οργωμένο, έτοιμο για σπορά, ακολουθώντας τα αυλάκια και χωρίς την παραμικρή πρόθεση να στρίψω.

Τότε σκόνταψα. Το παράδοξο είναι ότι, πέφτοντας, το γόνατό μου βρήκε στη μοναδική πέτρα εκείνης της αχανούς έκτασης. Σηκώθηκα όρθιος και είδα να τρέχει αίμα από το γόνατό μου, κάτι που δεν είχα δει από τότε που ήμασταν δέκα χρονών και παίζαμε κεραμιδάκια στη γειτονιά και σκοτωνόμασταν να στήσουμε τα σπασμένα τούβλα για να κάνουμε “τζαμί”. Πριν προλάβω να βάλω το χέρι μου, λίγο αίμα έπεσε στο χώμα.

Σήκωσα το κεφάλι μου και, με την υπερρεαλιστική ευκολία που βρίσκεις στα όνειρα αυτό που χρειάζεσαι, είδα μια βρύση στα είκοσι μέτρα. Περπάτησα ως εκεί και έπλυνα το γόνατο, αλλά όταν ενστικτωδώς γύρισα να κοιτάξω πίσω από εκεί που είχα έρθει, στη θέση της κηλίδας της μίας και μόνης σταγόνας αίματος που είχα χύσει βρισκόταν μια καρπουζιά.

Ο ήλιος βγήκε ξανά και άρχισε να καίει και να τσουρουφλίζει. Ασυναίσθητα, πλησίασα το καρπούζι, το έκοψα και το έσπασα πάνω στο γόνατο. Δεν πόνεσα καθόλου, και το καρπούζι ήταν τόσο γλυκό και ζουμερό που μου μετέδωσε μια πρωτόγνωρη μέχρι τότε οικειότητα πάνω στο χωράφι.

Ήταν τότε που μου καρφώθηκε στο μυαλό η ιδέα ότι βρισκόμουν στις πεδιάδες της Βαλένθια και ότι ο άγνωστος κύριος –βοηθούσε και η φυσιογνωμία- ήταν Ισπανός και είχε πει κατά λέξη στα ισπανικά: “Y este es tu campo”, πράγμα που μου ακούστηκε πολύ σαν “κάμπος”.

Ξαφνικά η ατάκα αντήχησε στις σπηλιές του μυαλού μου και μου έδιωξε κατευθείαν

κάθε άγχος που σου προκαλεί μια άχαρη υποχρέωση,

κάθε βάρος που σου μεταφέρει μια ανάθεση ανεπιθύμητης εργασίας,

κάθε αίσθηση ανησυχίας για την απώλεια που συνεπάγεται η ιδιοκτησία,

κάθε φόβο που σου προκαλεί ένα άγνωστο μέρος και

κάθε δισταγμό που επιφέρει το δώρο από έναν άγνωστο.

Αίφνης ήμουν σίγουρος ότι εκεί που βρισκόμουν ήταν ένα μέρος διαφορετικό από κάποιο με ανεπιθύμητη υγρασία, πολλά κουνούπια το απόγευμα και φυτά σπαρμένα στη σειρά.

Συνειδητοποίησα ότι το χωράφι στην πραγματικότητα δεν ήταν -ούτε μπορούσε να είναι- κανενός, ότι κανένας διάολος δεν μπορούσε να μου το χαρίσει και ότι δεν είχε πολλή σημασία πού βρισκόταν, εφόσον κάποιος μπορούσε μεν να ιδρώσει και να ματώσει πάνω του, αλλά να γευθεί τους καρπούς του.

Η συνειδητοποίηση αυτή μου φάνηκε λυτρωτική και η νέα πραγματικότητα έμοιαζε πολύ πέρα από μένα, τον παππού, τον μπαμπά και τον αδερφό μου ή όλους τους ανθρώπους.

Και αυτή ήταν μια αλήθεια που δεν άντεξα να σηκώσω μόνος μου στη μέση ενός χωραφιού χωρίς να τη μοιραστώ -και έβαλα τα κλάματα. Και τα δάκρυα άρχισαν να πλημμυρίζουν τα οργωμένα αυλάκια. Έκλαψα και έκλαψα τόσο όσο περίπου τα ποτίσματα όλου του Αυγούστου.

Σαν αφελής θνητός πίστεψα τότε ότι αυτή ήταν η μέγιστη συμβολή μου στο να καρπωθούμε όλοι τους καρπούς εκείνης της γης και ήταν εκείνη η αφελής χαρά που με έκανε να χαμογελάσω ξύνοντας τον τσιμπημένο αγκώνα μου την ώρα που βγαίνουν τα κουνούπια στον κάμπο.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Fiction, Ενδοσκόπηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s