Λατέρνα, φτώχεια και νοσταλγία αυτών

νοσταλγία: ψυχική κατάσταση που τη χαρακτηρίζει η μελαγχολία που προκαλείται από την έντονη επιθυμία να επιστρέψουμε στην πατρίδα ή σε έναν αγαπημένο τόπο ή να ξαναζήσουμε κάποιες ευχάριστες καταστάσεις του παρελθόντος

Από το Λεξικό της κοινής Νεολελληνικής

Επιστήμονες και παντός τύπου ειδικοί θα καταφέρουν -είμαι σίγουρος- να αποκωδικοποιήσουν κάποτε πώς λειτουργεί η μνήμη. Συνειρμοί, νευρικές συνάψεις, εγκέφαλος, ανεμελιά της παιδικότητας, το σεντόνι που «μυρίζει μανούλα» και άλλες συνισταμένες θα λύσουν το μυστήριο της νοσταλγίας. Ίσως τότε να μάθουμε γιατί νιώθουμε έτσι ακόμη και για αυτά που δεν ζήσαμε ή για μέρη όπου δεν βρεθήκαμε ποτέ.

Αρχικά, πρέπει να το παραδεχτώ: την απεχθάνομαι τη νοσταλγία. Όχι γιατί αισθάνομαι απειλούμενος από αυτή, αλλά γιατί πιστεύω ότι με κάποιον έμμεσο,  ύπουλο τρόπο πάει κόντρα στην ίδια την διάνοια και την δημιουργικότητα του ανθρώπου. «Νοσταλγία» για μένα σημαίνει τάση παραίτησης από την προσπάθειά σου να βελτιώσεις την πραγματικότητα, πράγμα που απεύχομαι σε όλους. Βέβαια, κάποτε μεγαλώνεις και ίσως τότε είναι φυσικό να τη νιώθεις. Ίσως, πάσο. Μεταξύ μας, I’m too young for this shit.

Πίστευα πάντα ότι η ζωή είναι μια ημιτονοειδής καμπύλη. Μπορεί η περίοδος της ταλάντωσης να αλλάζει, να μικραίνει ή να αυξάνει απότομα, αλλά, είτε δεν το θες είτε ναι (ιδιαίτερα τότε), θα ξαναβρεθείς σε μια κατάσταση γκαντεμιάς ή ευτυχίας που ξαναβίωσες στο παρελθόν, σε τόπο ευλογημένο που κάποτε πάτησες, με άτομα αγαπημένα που θερμά αγκάλιασες. Ίσως να μην σου φτάσει ο χρόνος, αλλά μέχρι να αποδημήσεις εις Κύριον δικαιούσαι να τον χρησιμοποιείς. Ο χρόνος είναι και δικός σου.

Με αυτά και με άλλα, συναντιέμαι με φίλους και ενίοτε το ρίχνουν στη νοσταλγία. Είναι αυτή η ανάγκη για απόδραση από το «άχαρο τώρα» και επιστροφή σε μια περίοδο χωρίς ευθύνες, χωρίς έξοδα μηνός Δεκεμβρίου, χωρίς δάνεια, χωρίς τρέξιμο της πόλης και χωρίς ωριμότητα.

Σόρυ, παίδες, αλλά έχω δεκάδες φλέγοντα θέματα για συζήτηση, μου αρέσει να είμαι ώριμος, υπεύθυνος και οικονομικά ανεξάρτητος και, σε τελική ανάλυση, ξέρω κόσμο που βαρέθηκε την Κηφισίας και πήγε στους αγρούς για καλλιέργεια σαλιγκαριών. Γίνεται. Κάποιοι θα σου δώσουν λεφτά και για τα σαλιγκάρια.

[Τι; Δεν σ’αρέσουν τα χώματα; Ε, τότε καλώς δουλεύουμε κι οι δυο μας σε γραφείο… Πώς; Την κρίση δεν την φτιάξαμε εμείς; Όχι, βέβαια, αλλά αν πιστεύεις ότι την προκάλεσαν οι Αφρικανοί και οι Ασιάτες χωρίς χαρτιά μάλλον δεν ωριμάσες πολύ σαν ψηφοφόρος και σαν πολίτης.]

Κι άντε καλά: ζήσαμε φοιτητικά πάρτυ, οικογενειακές μαζώξεις στο χωριό, πολύωρες βουτιές στα αλμυρά νερά με τα ξαδέρφια μας, μεθύσια ημερών, ξενοιασιά, σεξ, παράτολμες σχέσεις και ανείπωτα ταξίδια. Μαζί σας, ήταν πολύ ωραία. Τι γίνεται όμως με αυτά που δεν ζήσαμε ποτέ; Εκεί ο ταπεινός γράφων σηκώνει ψηλά τα χέρια.

Ατελείωτοι νέοι γελάνε και αναστενάζουν βλέποντας ασπρόμαυρες ελληνικές κωμωδίες, νοσταλγώντας μια μίζερη εποχή με ξεπερασμένα ήθη, ανύπαρκτες φιλοδοξίες πέρα από την καλοπέραση της φτώχιας και το φτιασίδι της πουτανιάς, οπισθοδρομικές αντιλήψεις, γελοιοποίηση του καραγκιοζάκου καρπαζοεισπράκτορα ή θρίαμβο του κουτοπόνηρου απατεωνίσκου στον οποίο μας μετέτρεψε αυτός ο τόπος και, μετά, γέλια. Κι αν μου πείτε ότι είχαν τόσο χιούμορ οι ατάκες που ξεστόμιζαν ο Αυλωνίτης, ο Σταυρίδης, ο Χατζηχρήστος, ο Ηλιόπουλος, ο Βουτσάς, προφανώς το θέμα ανάγεται σε υποκειμενικό.

Νέοι παντρεύονται, ψήνουν σε αυλές, χορεύουν σε πίστες και ακόμη ουρλιάζουν τα φαντάσματα των τραγουδιών της μιζέριας: πενιές και ιστορίες από τότε που φεύγαμε μετανάστες στη Γερμανία, που δεν είχαμε στον ήλιο μοίρα, που κυνηγούσαμε τουρίστριες με μύγδαλα, που νυχτερίδες κι αράχνες γλυκιά μου, μου κρατούν συντροφιά. Πότε έχεις περάσει από το κλάμα στην κλάψα; (Φυσικά, θα μου πεις, τι να τραγουδήσει κι ο πρώην λαϊκός; Φοίβο;)

Είμαστε συναισθηματικοί. Πολύ συναισθηματικοί, όλοι οι άνθρωποι, αλλά οι Έλληνες το παρατραβάνε το σκοινί. Πολλά ψυχικά τραύματα αυτό το έθνος: διαδοχικά χτυπήματα της νεότερης ιστορίας μας, πόλεμοι, κλασικές ελληνικές διχόνοιες και ασυνεννοησίες, δικτατορίες, πολιτικά σκάνδαλα από πράσινα και γαλάζια λαμόγια και δημαγωγοί που βάζουν χέρι στο δημόσιο χρήμα μας.

Ωστόσο, οι Έλληνες, εκεί, να επιμένουν: μιζέρια, κλάψα, υπερβολικές δόσεις καψούρας και ταυτόχρονα αδυναμία εντοπισμού των πραγματικών προβλημάτων, αμορφωσιά και πολιτική ανωριμότητα, ελάχιστη ικανότητα αυτοορισμού (σαν τα ζώα) και ψυχοθεραπεία σε διαρκή εκκρεμότητα. Α! Και πλύση εγκεφάλου από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μην ξεχνιόμαστε.

Κάποιοι φαίνεται να πιστεύουν ότι φταίνε πάντα οι άλλοι. Αυτή είναι κλασική αντιμετώπιση των φυγόπονων, των ανώριμων και των ηλιθίων (παρόλο που φυσικά δεν τα «φάγαμε μαζί» όλοι). Αν δεν θέλεις ή (πιστεύεις ότι) δεν μπορείς να αντιδράσεις, αισθάνεσαι εγκλωβισμένος.

Και τότε φταίνε οι ξένοι και πρέπει να φύγουν, γιατί τότε η Ομόνοια θα ξαναγίνει όπως ήταν: ο Αυλωνίτης θα γυρίσει τη λατέρνα, ο Βέγγος θα φάει την καρπαζιά, ο Παράβας θα κατέβει την Πανεπιστημίου με το τρίκυκλο και ο Καζαντζίδης θα τραγουδήσει «Η ζωή μου όλη μια ανοησία κι η μοναδική μου η περιουσία«, ακολουθούμενος από την Βουγιουκλάκη που θα λέει «κάντε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός«.

Είναι προφανές: έχουμε πολύ δρόμο μέχρι τον πάτο. Απολαύστε την διαδρομή.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s