Κρυμμένος

Κάθησε στο κρεβάτι και σκέφτηκε τη μέρα που έφτανε στο τέλος. Η φρίκη με τα τριάρια στα Πατήσια δεν είχε τέλος. Αν η Μικρασιάτισσα νονά του ήξερε πόσα θα τραβούσε, δεν θα του τα άφηνε ποτέ.

Το μεσημέρι τον βρήκε σε ένα στενό στο Σύνταγμα, κάτω από το γραφείο, να αγοράζει ένα ντοσιέ στο βιβλιοπωλείο. Η διαχειρίστρια στα Πατήσια τον είχε φέρει στο αμήν. «Θέλω να φύγουν όλοι οι μαύροι απ’την πολυκατοικία!», ούρλιαξε μέσα στο μαγαζί. «Κι ας με πούνε και ρατσιστή!» Ακόμη και οι Έλληνες ήξεραν ότι αυτή δεν ήταν καλή ατάκα.

Είχε περάσει πολλά απογεύματα και βράδια εκεί. Πήγαινε συχνά στη νονά όταν έτρωγε πολύ ξύλο απ’τον πατέρα του. Ο πατέρας του ήταν συνέχεια στη δουλειά, κάπνιζε σα φουγάρο και πέθανε στα 53 του. Ο ίδιος έλεγε ότι, από όλες τις άρρωστες ιδέες του, αυτή ήταν η καλύτερη. Να μας αφήσει στην ησυχία μας, με μια εταιρεία στο χέρι.

Εκείνες τις μέρες η γυναίκα του έλειπε πάλι με το παιδί στην πεθερά του. Δεν προχωρούσε το πράγμα – πήγαινε καιρός που αυτός δεν ένιωθε πια τίποτα. Στα πεθερικά ούτως ή άλλως δεν πήγαινε, δεν άντεχε εκεί. Παλιά οικογένεια αριστερών, όταν έπιαναν τα πολιτικά, έβγαζε σπυριά. «Άνθρωποι που δεν δούλεψαν ποτέ σκληρά στη ζωή τους», έλεγε πάντα. «Τι θα μου το κάνουν, γαμώτο, το παιδί, τόσες ώρες που περνάει εκεί;»

Ξάπλωσε στο κρεβάτι ενώ σκεφτόταν την ημέρα. Αύριο είχε απίστευτο τρέξιμο και μπαράζ συναντήσεων με ξένους επενδυτές. Ξένοι, τους είχε σιχαθεί η ψυχή του, αλλά έπρεπε να είναι ευγενικός και διπλωμάτης. Χρήμα. Πολύ χρήμα σε καιρό κρίσης. Μην είμαστε και μαλάκες…

Αυτή ήταν και μια βασική διαφορά ανάμεσα σε αυτόν και τους παλιούς φίλους του. Ενώ όλοι τους ήξεραν το δρόμο για την επιτυχία, επέλεξαν το μονοπάτι της μιζέριας και της μετριότητας. Πάνε χρόνια που είχε ξεκόψει και με το ζόρι θυμόταν πώς έμοιαζαν πια οι γειτονιές όπου εκείνοι έμεναν.

Το μυαλό του επέστρεψε και το βλέμμα του καρφώθηκε επίμονα στο αριστερό φύλλο της ντουλάπας. Μια φαγούρα τον έπιασε κάτω από το πέλμα. Ήξερε ότι για να ξεκουραστεί έπρεπε να τη βγάλει. Δεν μπορούσε να κοιμάται με τη μάσκα.

Ξεκίνησε από τα πόδια, τράβηξε έξω τα χέρια του και την ξεκόλλησε κάτω από το σαγόνι του. Ενώ πάσχιζε να βγάλει το κεφάλι του, συνειδητοποίησε ότι ολόκληρο το σώμα του πονούσε. Η μάσκα είχε αρχίσει να γίνεται κομμάτι του και η αφαίρεσή της ήταν σαν να προσπαθούσε να βγάλει από πάνω του δεκάδες βδέλες που του βύζαιναν αχόρταγα το αίμα.

Δίπλα στις παντόφλες, θα έμοιαζε σαν το δέρμα ενός γιγάντιου καλαμαριού. Το έριξε στο πάτωμα. Τόσες ώρες στη ζωή του, ένα με το προσωπείο. Η συνταγή του για την επιτυχία: μια μάσκα. Κι από κάτω, ένας άνθρωπος γυμνός.

Σκεπάστηκε, κουλουριάστηκε και περίμενε το τέλος της μέρας.

Βασισμένο στο «Caché» (2005) του Michael Haneke
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Fiction

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s