Το μάσημα της μπριζόλας ως πολιτική πράξη

Ήρθε πριν μερικά χρόνια η στιγμή που οι «πολίτες» έγιναν «καταναλωτές». Η μεταμόρφωση άρχισε από την Αμερική -από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και εντονότερα στις δεκαετίες του ’80 και του ’90- και εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο.

Πλέον οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των κρατών είχαν πειστεί ότι η αγορά ήταν προτιμότερη από την πολιτική προκειμένου να δώσεις στους ανθρώπους αυτό που ήθελαν. Έκτοτε, χωρίς να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία, φτάσαμε στο σήμερα, όπου η μπριζόλα που δαγκώνουμε είναι η καθημερινή μας ψήφος στην κάλπη της παγκόσμιας αγοράς.

Με αφορμή την οικονομική κρίση, πολλοί από εμάς σκέφτηκαν να επανεξετάσουν ή και αναθεωρήσουν τις αγοραστικές τους πρακτικές. Χρόνια τώρα υποβαλλόμενοι στην -αναπόφευκτη για την αγορά- διαφημιστική πλύση εγκεφάλου, είχαμε φτάσει να πιστεύουμε ότι η ευημερία μας περνάει από την απόλαυση της απόκτησης προϊόντων και την ικανοποίηση των πιο ακραίων καταναλωτικών μας καπρίτσιων. Ήταν το δικαίωμά σου στην ευτυχία να πλένεσαι, να ντύνεσαι, να τρως, να έχεις.
Οι Έλληνες, λαός έχων αρχαία παράδοση στον πολιτισμό (και ως εκ τούτου μάλλον αδικαιολόγητα αυτοαναφορικός μερικές φορές), έχουν την τύχη να κατοικούν σε έναν τόπο εύφορο, με εύκρατο κλίμα, ποικιλόμορφο και καθόλου φτωχό σε πηγές. Μπορεί το πετρέλαιό μας να μην είναι σαν της Σαουδικής Αραβίας, αλλά δεν είχαμε άλλοτε πρόβλημα να βασιστούμε στην παραγωγή μας για να είμαστε σχετικά αυτάρκεις σε μερικά είδη πρώτης ανάγκης. Συνεπώς, ανέκαθεν εισάγαμε αυτοκίνητα και σαμπουάν, αλλά όχι γάλα και ροδάκινα.

Οι καιροί άλλαξαν και η κτηνοτροφία, η γεωργία και η αλιεία μας επηρεάστηκαν τόσο από κρατικές και ευρωπαϊκές αποφάσεις, όσο και από τη μεταστροφή των αγοραστικών συνηθειών των Ελλήνων. Λίγο η επιθυμητή μας εξωστρέφεια, λίγο η ανεπιθύμητη ξενομανία μας, λίγο η θεαματική κλίση της ζυγαριάς υπέρ του «καταναλωτή» και κατά του «πολίτη», λίγο το σουπερμάρκετ με το αυτοκίνητο αντί για το μανάβη στη λαϊκή, φτάσαμε να βάζουμε στο τραπέζι μας πολλά ξενόφερτα προϊόντα. Ήταν πια γεγονός και η επισφράγιση της ευημερίας: ο εγχώριος καταναλωτής ζούσε κι αυτός στην εποχή που «του άξιζε«.

Μια ωραία πρωία ο Έλληνας δεν έτρωγε πια παστουρμά, χωριάτικα λουκάνικα, σύγλινο και καβουρμά, αλλά ζαμπόν, προσούτο και μπέικον, έτριβε στάνταρ παρμεζάνα αντί για κεφαλοτύρι, έφτιαχνε σάντουιτς με γκούντα αντί για κασέρι, έβαζε στη σαλάτα μοτσαρέλα αντί για φέτα και έτρωγε 4 φορές περισσότερο χοιρινό από παλιά (ψαρονέφρι, γαρ…). Όπως ήταν αναμενόμενο, η ελληνική τυροκομία και αλλαντοποιία στράφηκαν κι αυτές στην εγχώρια παραγωγή προϊόντων ξένης προέλευσης, ενώ οι κτηνοτροφικές μονάδες άρχισαν να εισάγουν ζώα από τη Γαλλία.

Βέβαια, για να μην παρεξηγηθώ, δεν έχω κανένα πρόβλημα με το ισπανικό χαμόν, το γαλλικό μπρι, την ιταλική ρόκα και την ιρλανδική μπύρα. Το πρόβλημα ίσως άρχισε όταν οι πιο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες (χμ, εδώ που τα λέμε, σχεδόν όλες) άρχισαν να μπορούν να πουλάνε στην Ελλάδα τα επιτυχημένα και ήδη καθιερωμένα τους προϊόντα σε τιμές μικρότερες από ότι πωλούνταν τα εγχώρια. Μεταξύ φθηνού ιρλανδικού ρεγκάτο και ακριβής ηπειρώτικης γραβιέρας, ο καταναλωτής δεν είχε πια την παραμικρή αμφιβολία στην επιλογή.

Ήταν και οι κατηγορίες τροφίμων, οι διατροφικές συνήθειες και οι συνδυασμοί που άρχιζαν να αλλάζουν: κάποιο «τυρί» και κάποιο «ζαμπονοειδές» για το τοστάκι, «κάτι σαλατοειδές» για τη σαλάτα (-γαλλική πράσινη σαλάτα ή ελληνικό μαρούλι; –αδιάφορο – εντός ή εκτός εποχής; – Τι είναι αυτό;…), κάτι για μέσα στη σαλάτα (κάπαρη, λιαστή ντομάτα, cottage cheese), ένα λαϊκό φρουτάκι (μπανάνα Ισημερινού), κλπ. Μέσα σ’ όλα αυτά, το λιγότερο που ένοιαζε τον βιαστικό καταναλωτή ήταν η χώρα παραγωγής. Ακόμη και σε αυτά που παράγαμε εμείς σαν χώρα…

Έτσι, άρχισαν να φτάνουν στα σουπερμάρκετ ντομάτες σε τσαμπί Βελγίου, άνιθος Ιταλίας, μανιτάρια Πολωνίας, ξηροί καρποί, αποξηραμένα φρούτα και κάπαρη Τουρκίας, σκόρδα Κίνας (!), φακές Καναδά (!!), λεμόνια Αργεντινής (!!!), κρέατα Ολλανδίας, ακτινίδια Νέας Ζηλανδίας και άλλες μετακομίσεις πρώην έμβιων πληθυσμών που έχουν πολύ να κάνουν με την οικονομία και λίγο με τη λογική: πώς ταξιδεύουν μέχρι εδώ τα λεμόνια από το Μπουένος Άιρες; Και επίσης: χορεύουν τανγκό;

Δεν θέλει πολύ για να παρατηρήσει κανείς πόσο πιο συχνά ασκεί κανείς σήμερα το δικαίωμά του στην κατανάλωση, απ’ ότι το δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά. Αυτό φυσικά δεν έρχεται να υποβαθμίσει το ρόλο μας σαν πολίτες, αλλά αντίθετα να τονίσει την ευθύνη και την ισχύ που έχουμε σαν καταναλωτές: τα χρήματα που ξοδεύουμε σε φαγητό και είδη πρώτης ανάγκης κινούν ολόκληρες αγορές.

Γιατί να δεχόμαστε ότι σήμερα που ήρθα να ψωνίσω δεν υπάρχει ελληνικός μαϊντανός και μπορώ άνετα να πάρω τον εισαγόμενο; Γιατί θεωρείται τόσο δύσκολο να κάμψουμε τις επιθυμίες μας προκειμένου να αγοράσουμε αυτό που υπάρχει και παράγεται εδώ και όχι αυτό που εισάγεται από το άλλο ημισφαίριο; Γιατί δεν διαμαρτυρόμαστε στους εμπόρους για τη μη τοποθέτηση εγχώριων προϊόντων στα ράφια; Γιατί δεν προτιμάμε ένα ελληνικό προϊόν (τρόφιμο ή όχι) ενισχύοντας την τοπική οικονομία αν πιστεύουμε ότι αξίζει και ότι το σηκώνει η τσέπη μας;

Αν κάποιοι λένε ότι η συμβολή μας στη διαμόρφωση της πολιτικής κατάστασης έρχεται κάθε τέσσερα χρόνια (πράγμα με το οποίο διαφωνώ κάθετα, έτσι κι αλλιώς), τότε τουλάχιστον θα πρέπει να έχουμε συναίσθηση της δυναμικής μας μέσα στην εθνική και παγκόσμια αγορά. Αυτό είναι κάτι που μας θυμίζει ο ήχος κάθε φορά που οι ταμειακές εκτυπώνουν μια απόδειξη.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s