Pop κατά του κατεστημένου

Μεγαλώσαμε στην Ελλάδα του λαμόγιου. Είδαμε τις προηγούμενες γενιές να γλείφουν για την «αποκατάσταση», πήραμε την τεμπελιά και την πολιτική ανωριμότητα για δεδομένες και εξυμνήσαμε όσους εξαργύρωσαν τους αγώνες τους. Γράψαμε εκθέσεις, διαβάσαμε ποιήματα και «Ελευθεροτυπία», κάναμε γάμους με γαμοδάνεια και ήρθε μια μέρα που σιχτιρίσαμε πια. Για να ξεθυμάνουμε ανοίξαμε το ραδιόφωνο και έπαιζε «ξένα«. Για κάποιον λόγο, όμως, ο εκφωνητής έλεγε ότι η μπάντα ήταν απ’την Πάτρα…

Ένα πράγμα που ισχύει σίγουρα για τους εικοσάρηδες και τους τριαντάρηδες σήμερα είναι ότι μιλάμε τουλάχιστον αγγλικά. Σαν Έλληνες δεν έχουμε κάποια ιδιαίτερη άρνηση να μάθουμε αυτή τη γλώσσα -όπως το κάνουν οι Ιταλοί, οι Γάλλοι και οι Ισπανοί-, ούτε χρησιμοποιούμε το λατινικό αλφάβητο στη μητρική μας ώστε να μας μπερδεύει στην προφορά των λέξεων. Η προφορά μας δεν είναι σούπερ, αλλά -πιστέψτε με- μόνο οι κεντρο- και βορειοευρωπαίοι ακούγονται πραγματικά καλύτερα στην προφορά των αγγλικών (προφανώς λόγω της συγγένειας των γλωσσών).

Πασιφανής επιρροή για την εισχώρηση των αγγλικών στην ελληνική κουλτούρα (ακόμη και την ελληνική γλώσσα) είναι ο εισαγόμενος πολιτισμός. Αγγλικά μιλάει η Μαντόνα, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, οι Smiths, οι Limp Bizkit και όλες οι αμερικανικές σειρές. Ακούμε αγγλικά παντού, μια γλώσσα που εκφράζει το ρεύμα της καταναλωτικής εποχής, τη ρομαντική και αστική μελαγχολία, τη σύγχρονη αντίδραση και την οργή των νέων, μια γλώσσα όπου το «εσύ» και το «εσείς» είναι ταυτόσημα, όπου τα ουσιαστικά και τα επίθετα δεν έχουν αρσενικό και θηλυκό (και άρα ταιριάζουν στο επίκαιρο ζητούμενο της ισότητας των φύλων) και η οποία εν τέλει προέρχεται από τη χώρα που γέννησε τον Σέξπηρ, του Μπητλς και το ποδόσφαιρο. Για λίγο το’χουμε;

Αν μεγάλωνες στην Ελλάδα του φραπέ τη δεκαετία του ’80 και του ’90 είχες αρχίσει να το υποψιάζεσαι: ζούσες σε ένα ξέφραγο αμπέλι, με αμφίβολες ηθικές αξίες, το νεοπλουτισμό να χτυπάει την πόρτα, ολοένα περισσότερο Καρβέλα και λιγότερο Χατζιδάκι στις μπάντες των FM, δήθεν απόρριψη του παραδοσιακού (και «πρόοδο») και εξύμνηση του αφιλτράριστου σύγχρονου (και κιτς μίξη με το ευτελές εγχώριο). Είχαν περάσει χρόνια, αλλά η μουσική, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος της Ελλάδας μιλούσαν εμμονοληπτικά για τη χούντα, τον εμφύλιο, την κατοχή και το κακό το ριζικό μας. Είμασταν οι καημένοι που διέφυγαν τον κίνδυνο έχοντας χάσει πολλά και πολλούς. Το ράδιο έπαιζε ακόμη Καζαντζίδη (και ευτυχώς Φατμέ).

Ξαφνικά η Ελλάδα άρχισε να κοιτιέται πολύ στον καθρέφτη. Το κακό είναι ότι έβλεπε πολύ περισσότερο τον εαυτό της που είχε τσεπώσει μια πολιτιστική και πολιτική κληρονομιά και τα χρήματα του ΠΑΣΟΚ και λιγότερο τον εαυτό της που ζούσε στα χρόνια του Ρήγκαν και της Θάτσερ, έσπαγε πιάτα στα σκυλάδικα και άρχιζε να ακούει Φοίβο (τον συνθέτη). Παράγαμε όλο και πιο πολλά σκουπίδια, λίγο αξιόλογο προϊόν και κανείς εκτός συνόρων δεν χρειαζόταν να μας ξέρει για τίποτα περισσότερο από τον ήλιο, τα νησιά μας και τους εξαγόμενους φοιτητές μας. Εμείς, δε, ζούσαμε ακόμη τα ιστορικά δράματα και τραύματα. Είμασταν καημένοι από κεκτημένη ταχύτητα. Το ράδιο έπαιζε Βίσση (και ευτυχώς Πυξ Λαξ)..

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, μαγειρέψαμε τα στοιχεία που δίναμε στην Ευρώπη και μπήκαμε στην Νομισματική Ένωση. Ευρώ στην Ομόνοια, ευρώ στη Βαρκελώνη, ευρώ στο Βερολίνο: οι νέοι άρχισαν να κόβουν βόλτες στο εξωτερικό και να σπουδάζουν έξω ακόμη συχνότερα. Γυρίζοντας τα Χριστούγεννα και το Πάσχα στο χωριό για να νηστέψουν (…) και να σουβλίσουν τον οβελία, αντίκρυζαν συνεχώς τη χώρα των καημένων που είχαν αφήσει. Το ράδιο έπαιζε Γαρμπή (και ευτυχώς και Φοίβο Δεληβοριά).

Είχαν, ωστόσο, ήδη αναμετρηθεί (οι Έλληνες νεολαίοι) επί ίσοις όροις με τους λοιπούς φοιτητές στα πανεπιστήμια στα Λονδίνα και τα Παρίσια και το είχαν δει: δεν υστερούσαν σε τίποτα, όμως όταν γύριζαν στο χωριό γίνονταν και πάλι «καημένοι». Ξαφνικά, ο επαναπατρισμός σου ή η είσοδός σου στην αγορά εργασίας (και την πεζή πραγματικότητα) συνοδευόταν από ένα «γαμώτο«.

Καθόλου περίεργο, λοιπόν, δεν είναι που μεμιάς η ελληνική μουσική άρχισε να ξεχνάει τη γλώσσα της. Το ράδιο έπαιζε Raining Pleasure και ο Vassilikos τραγουδούσε με προφορά παλιού οπαδού της Chelsea. Επρόκειτο για την αρχή ενός φαινομένου που θα έπαιρνε διαστάσεις: η σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή απέρριπτε την ελληνική γλώσσα σαν ανάγκη αποστασιοποίησης από τη μίζερη εθνική πραγματικότητα. Τραγουδούσαμε αγγλικά ίσον δεν είμασταν γύφτοι.

Σκάνδαλα συνέχισαν να ξεσπάνε (κάθε φορά που τα ξεπουλημένα ΜΜΕ τα άφηναν να μαθευτούν), χρηματιστήριο, Siemens, Vodafone, και τα ραδιόφωνα έφτασαν να παίζουν αγγλόφωνη μουσική από έλληνες καλλιτέχνες. Η ερώτηση «γιατί γράφετε σε αγγλικό στίχο;» άρχισε να πυκνώνει στις συνεντεύξεις, αλλά κανείς δεν χρειαζόταν πια να απολογηθεί. Δίπλα στους (εξαιρετικούς) Θανάση Παπακωνσταντίνου, Κόρε Ύδρο, Σωκράτη Μάλαμα, Στάθη Δρογώση και τόσους άλλους, έσκασαν οι Last Drive, οι My Wet Calvin, οι Closer, οι Film, οι Abbie Gale, οι Bocomolech, οι Serpentine, οι Marsheaux, οι Mary and the Boy, οι Infidelity, η Μόνικα και τόσοι άλλοι.

Όλοι τους με Proficiency, στα αγγλικά και χωρίς ντροπή και μιζέρια.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνία, Πολιτική, Τέχνες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s