Reality show

Γενική απεργία, πορεία, καλός καιρός, ανάγκη για επαναδιαπραγμάτευση. Απόψε κάποιοι ψηφίζουν και για μένα και εγώ φτιάχνω τα μαλλιά μου. Τουλάχιστον στις κάμερες θέλω να γράφω καλά. Είτε απλώς ξύνομαι, είτε πορεύομαι τρώγοντας ληγμένα χημικά απ’τα σώματα ασφαλείας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, μου φαίνεται καλό να φαίνομαι ωραίος την ώρα που κάποιος μοντάρει το βίντεο με τη ζωή μου.

Ούτε θυμάμαι πότε μπήκα σε αυτό το παιχνίδι και ποιος ακαθόριστος μοντέρνος φόβος με ώθησε στο να υπογράψω για να με μαγνητοσκοπούν αδιάκοπα. Περπατάω στη Σταδίου και έχω μάθει πια να παρακολουθούμαι live. Βγαίνω στο δρόμο ξυρισμένος και χτενισμένος και σκέφτομαι πώς θα ήταν αν απλώς ζητούσα να αποχωρήσω.

Δεν έχει πολύ νόημα να ψάχνω υπευθύνους. Η ζωή δεν είναι ένα αδιέξοδο δικαστήριο που ζητά αναβολές. Οι ετυμηγορίες βγαίνουν κάθε μέρα, κάθε φορά που έχεις χρόνο να σκεφτείς. Τι νόημα έχει να ζητήσω εξηγήσεις από αυτούς που την πάτησαν πρώτοι και μπήκαν στο show;

Σε ένα ανθρώπινο γλίστρημα εκδικητικότητάς μου, όμως, η ατάκα «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα» έρχεται να καθίσει στο εδώλιο μιας γελοίας δίκης «Παροιμίες κατά πραγματικότητος». Κατά πόσο τα εξόφθαλμα λάθη των περασμένων γενεών μπορούν να καταλογιστούν σαν πράξεις βασανισμού, όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται και εμείς στο οπτικό μας πεδίο έχουμε μόνο ματαιοδοξία και προϊόντα για το σπίτι και τα μαλλιά;

Αν ορίσω μια χρονολογία, θα είμαι ικανοποιημένος; Μάλλον όχι. Ήρθε ωστόσο κάποτε η στιγμή που ο σημερινός κάμεραμαν ήξερε περισσότερα από εμάς τους ίδιους και το εκμεταλλεύτηκε. Είπε στους πατεράδες μας, στους φίλους μας, στη γενιά μας και τα παιδιά μας ότι θα ήταν πολύ ενδιαφέρον, ένδοξο, επικερδές και συνάμα ακίνδυνο να μπούμε στο ριάλιτι. Χιλιάδες ψέματα για μια πιο άνετη και ασφαλή ζωή, για 15 λεπτά «φήμης», για μια μετάδοση της εικόνας σου με κεραίες. Πού να φανταζόμασταν; Και η κάμερα άρχισε να γράφει.

Περνάω το χέρι μου και φτιάχνω τα μαλλιά μου: αν ο μοντέρ είναι καλός, θα κάνει το cut σε μια παρόμοια κίνηση που έκανα στην Πλατεία Συντάγματος τον περασμένο Μάιο. Ξαφνικά όμως, καταλαμβάνομαι από έναν απύθμενο πανικό ότι τίποτα από αυτά δεν είναι σωστό. Κάνω πέντε βήματα και αφήνω το πλήθος να συνεχίσει – η Α. γυρίζει και με κοιτάει ανήσυχα. Της κάνω μια χειρονομία ψεύτικου καθησυχασμού και κρύβομαι σε μια πτυχή ενός κτιρίου όπου ξέρω ότι δεν με γράφουν οι κάμερες.

Πορεία, ανάγκη αλλαγής, τζελ που δεν βγάζει πιτυρίδα. Συνεχίζω ή αποχωρώ; Σκέφτομαι αν σήμερα γράφω καλά, αλλά αμέσως θυμάμαι πόσο ασήμαντο είναι. Να αφήσω άλλους να αποφασίσουν, αργότερα; Προς το παρόν, βγαίνω από την κρυψώνα μου και συνεχίζω να περπατάω για να προλάβω την Α.

Ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης στο κόκκινο. Μαλλί χαλασμένο. Σηκώνω το κεφάλι και κοιτάζω κατάματα τον Μεγάλο Αδερφό. Για να αποχωρήσω, στείλτε «buho» στο 52438.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Fiction, Κοινωνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s