Όταν πέσει ο δεξιός κυνόδοντας

Χθες ο «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου μπήκε στην πεντάδα των υποψηφιοτήτων για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης ταινίας. Αν σκεφτείς ότι αυτό είχε γίνει τελευταία φορά το 1978 και ότι ο ελληνικός κινηματογράφος στο εξωτερικό θυμίζει Μελίνα, Χατζηδάκη, άντε και Αγγελόπουλο, η υποψηφιότητα είναι από μόνη της σαν να βγήκαμε Πρωταθλητές Ποδοσφαίρου στην Ευρώπη. Με την διαφορά ότι όσο ταυτίζεται ο Έλληνας με την «μπάλα», τόσο ξένος αισθάνεται απέναντι στον «Κυνόδοντα».

Φυσικά, τώρα που πήραμε (εντοπίζετε ήδη το α’ πληθυντικό;) την υποψηφιότητα, πολλοί ξαφνικά θα γίνουν φαν της ταινίας. «Ναι, τελικά ήταν καλή«, θα αρχίσει να λέγεται στα πηγαδάκια και στα wall του Facebook, αφήνοντας απορημένους αυτούς που από την πρώτη στιγμή εντυπωσιάστηκαν.

Διότι ο «Κυνόδοντας» δεν είναι τίποτα λιγότερο από εντυπωσιακός, σε πλήρη αντίθεση με μια χώρα που φαίνεται διατεθειμένη να αποχωριστεί το αραλίκι και τον ωχμωραδερφισμό μόνο για να διαβρωθεί από τις συνήθειες του άκρατου καταναλωτισμού και το κούφιο lifestyle. Είναι μια ταινία ενός νέου, που φτιάχτηκε εδώ, με ελληνικά ερεθίσματα και μιλάει για τη ζωή μας.

Όπως λέει κι ένας κολλητός για τον πρώτο δίσκο της Μόνικα: «Ήταν σαν να άκουγα όλη την αγαπημένη μου δισκογραφία σε ένα άλμπουμ«. Η ταινία του Λάνθιμου βρίθει θετικών χαρακτηριστικών, έχει μήνυμα και θέλει να εκφραστεί.

Υπάρχουν, βέβαια, κι αυτοί που κοινώς φρίκαραν με την ταινία. Είναι αυτοί που γύρισαν με αποστροφή όταν τα αίματα πετάχτηκαν, όταν οι χαρακτήρες επιδόθηκαν σε ωμό σεξ ή όταν η ταινία έδειξε τα δόντια της με σκληρότητα. Φυσικά, αν έχεις φόβο της θέας του αίματος, είσαι νεοφώτιστος / παραδοσιακός χριστιανός ή βλέπεις μόνο ασπρόμαυρες ελληνικές κωμωδίες με τον Κωνσταντάρα, σε καταλαβαίνω. Απλώς έπρεπε να είχες ρωτήσει πρώτα. Δεν ήταν για σένα.

Αν, απ’την άλλη, βλέπεις τις σπλατεριές, τις σεξοκωμωδίες ή τα αμερικάνικα δράματα με το κιλό, κάτι άλλο θα σε πείραξε, όπως και τη μεγάλη πλειοψηφία των μεγαλύτερων σε ηλικία επικριτών της ταινίας, φαντάζομαι. Εκεί έγκειται και η μεγάλη επιτυχία του φιλμ: είναι ότι ο «Κυνόδοντας» λέει όλη την αλήθεια.

Μιλάει για ένα σπίτι (και μια κοινωνία ολόκληρη) που στο όνομα της προστασίας, της ασφάλειας και της αποκλειστικότητας της αγάπης, προχωράει στο σκοταδισμό, την καταπίεση των γενετήσιων ορμών, τον εκφοβισμό για το άγνωστο και την επιβολή οπισθοδρομικών κοινωνικών κανόνων. Αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις στο σπίτι του «Κυνόδοντα» δεν θέλουν τίποτα περισσότερο απ’το να μείνουν τα πράγματα ως είχαν χθες, με οποιοδήποτε κόστος.

Ο «Κυνόδοντας» φαίνεται να κατάφερε ήδη σαν ταινία αυτό που οι χαρακτήρες των παιδιών και κατ’επέκταση η Ελλάδα ολόκληρη αδυνατεί να τολμήσει: να ξεφύγει από τη μιζέρια της ανασφάλειας -που ενίοτε προκαλούμε οι ίδιοι με τις μπερδεμένες μας προτεραιότητες και την αλλοπρόσαλη συμπεριφορά μας- και να βρεθεί σε ένα πεδίο μάχης μαζί με άλλους, ίση προς ίσους, όχι γιατί την πέταξαν εκεί για να παλέψει, αλλά γιατί αποφάσισε να βάλει στόχους και να κερδίσει.

Η Ελλάδα, αντίθετα, ακόμη περιμένει να πέσει ο δεξιός κυνόδοντας.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνία, Τέχνες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s