Υπερτιμημένες αρετές: 1) διακριτικότητα

Εκεί που στην κουλτούρα άλλων χωρών η διακριτικότητα αποτελεί ένδειξη πολιτισμού, στην Ελλάδα λαμβάνεται σαν έλλειψη αλληλεγγύης για τον διπλανό σου. Αυτό θα μπορούσε να είναι άλλη μια απόδειξη του «άντε-όλοι-μαζί» της κοινωνίας μας και να θεωρηθεί έλλειψη τρόπων. Αλλά, για δες, ίσως σε αυτό το θέμα η αδιακρισία των Ελλήνων να παίζει έναν ρόλο θετικότερο απ’όσο πιστεύουμε.

Πρόβλημα: στην Ελλάδα πιστεύουμε ότι το να απομακρυνθείς από το κοπάδι και να κάνεις το δικό σου είναι ένα από τα πιο επικίνδυνα πράγματα που μπορούν να σου συμβούν. Αυτή η απολύτως αδικαιολόγητη φοβία βασίζεται προφανώς στο ότι το να ζεις σε ελληνικό έδαφος ανέκαθεν ισοδυναμούσε με τζόγο, με πραγματικό ρίσκο του βίου και των κόπων σου, καθώς το κράτος και οι νόμοι δεν υφίστανται στην πράξη και «συμφέρον» για τον Έλληνα είναι η προάσπισης της «περιουσίας» του.

Αυτή η αντίληψη είχε σαν αποτέλεσμα να θεωρούμε «αλληλεγγύη» την προστασία -με θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο- του ιδιωτικού συμφέροντος του γείτονα και του συγγενή, ενώ η θυσία για το κοινό καλό (επειδή παραδοσιακά κατέληγε σε φιάσκο) να θεωρείται «ρίσκο«, «μάταια» ή «τρέλα«.

Έτσι οι Έλληνες ανέπτυξαν και διατήρησαν την αίσθηση ότι πρέπει να ασχολούνται με το «τι κάνει ο γείτονας», να το μιμούνται αν μοιάζει με αυτό που κάνουν όλοι ή να κρούουν (ακόμη και σε δημόσεις συζητήσεις) των κώδωνα του κινδύνου αν διαφέρει. Έτσι, στην Ελλάδα γενικώς «δεν πας καλά» ή είσαι αιρετικός αν επιμένεις ότι μπορείς να μετακινείσαι με μετρό και να μην έχεις αυτοκίνητο, να μην παντρεύεσαι, να μην αγοράζεις σπίτι, να κάνεις βόλτες με το ποδήλατο, να μην επιδιώκεις διορισμό, και άλλα πολλά.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, είτε γνωρίζεις καλά τον άλλον είτε όχι, πιστεύεις ότι ανάμεσα στα καθημερινά καθήκοντά σου είναι να τον ταρακουνάς κάθε φορά που δεν ακολουθεί την πεπατημένη και να σχολιάζεις δυσμενώς τα παραστρατήματά του, πράγμα που στην υπόλοιπη Ευρώπη θεωρείται καθαρή αδιακρισία και εισβολή στην ιδιωτικότητα του άλλου.

(Ας σημειωθεί χαρακτηριστικά ότι στα ελληνικά δεν υπήρχε μέχρι πρόσφατα καλή μετάφραση της αγγλικής λέξης «privacy«, γιατί η «ιδιωτικότητα», δηλ. το δικαίωμα του άλλου σε ιδιωτική ζωή, ήταν μια έννοια έξω από την ελληνική κουλτούρα.)

Πλέον, σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης εποχής -και σε πλήρη αντίθεση με την παραδοσιακή ελληνική αδιακρισία και το κουτσομπολιό- η διακριτικότητα έχει αναχθεί σήμερα σε υπέρτατη αρετή. Μια διακριτική αντιμετώπιση της προσωπικής ζωής και των επιλογών του συνανθρώπου και συμπολίτη δημιουργεί όλες τις συνθήκες για να εκφραστεί εκείνος δημοκρατικά και να καταλάβει το χώρο που επιθυμεί χωρίς να τον ενοχλούν οι γύρω.

Ωστόσο, είναι απορίας άξιο σε τι βαθμό είναι επιθυμητό να μην σχολιάζει ποτέ κανείς τις πράξεις σου. Η ολοκλήρωση του ανθρώπου μέσα από την κοινωνικότητα επιβάλλει την εκμάθηση των κοινωνικών κανόνων και τρόπων συμεριφοράς. Δεν είναι, όμως, όλοι τόσο καλοί μαθητές -πράγμα εντελώς ανθρώπινο. Είναι τότε που δημιουργείται η ανάγκη οι κοντινοί σου άνθρωποι (στους οποίους έχεις δώσει ήδη το δικαίωμα) να επιστήσουν την προσοχή σου σε κάτι που δεν δουλεύει για σένα, όχι σαν μομφή, αλλά σαν πρόταση επανεξέτασης της ρότας.

Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, οι φίλοι (και κάποιοι κοντινοί και φιλικά διακείμενοι συγγενείς – σίγουρα όχι όλο το σόι σου) όχι μόνο μπορούν αλλά οφείλουν να συζητήσουν μαζί σου τους λόγους και τα αίτια των επιλογών σου, προσέχοντας να δείχνουν τον δέοντα σεβασμό στα συναισθήματά σου και στο σκεπτικό σου για τη λήψη αποφάσεων.

Αν οι καλοί φίλοι αποφεύγουν τις εκ βαθέων συζητήσεις, φαίνεται να αποφεύγουν και τη σύναψη ανθρώπινων δεσμών (τι «σύμπτωση» να ακούω το ίδιο παράπονο από τόσους πολλούς Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό) και δεν θα ήταν περίεργο αν μια μέρα οι διαπροσωπικές αυτές σχέσεις έσκαγαν σαν σαπουνόφουσκα.

Στην Ελλάδα, ανάμεσα στα τόσα ελαττώματά μας και τα δεκάδες τρέχοντα προβλήματα της κοινωνίας μας, ίσως είμαστε σε θέση να διαχωρίσουμε αρχικά το ενδιαφέρον και την αλληλεγγύη από το άσκοπο κοινωνικό σχόλιο και στη συνέχεια την διακριτικότητα από την αδιαφορία.

Μπορεί έτσι να σκεφτούμε ότι ο μακρύς καφές με φίλους (παρακαλώ, χωρίς να μας ακούνε και αυτοί που δεν ενδιαφέρονταν έτσι κι αλλιώς) δεν είναι μόνο η παντιέρα των αργόσχολων, αλλά και μια ευκαιρία για ουσιαστικό διάλογο και ερασιτεχνική ψυχανάλυση, με αρκετή από την οποία ίσως να μην είχαμε πάντοτε ανάγκη από την επαγγελματική – συγνωμη, ψυχολόγοι.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s