Όταν μεγαλώσω θα γίνω ο Σούπερ Γκούφυ

«Δεν είμαι σίγουρος ότι είναι ικανή για πραγματικά συναισθήματα. Είναι της γενιάς της τηλεόρασης. Έμαθε τη ζωή από τον Bugs Bunny.»
Max Schumacher (William Holden), μιλώντας στη γυναίκα του για την κατά πολύ νεότερη ερωμένη του, Diane Christensen (Faye Dunaway) στην ταινία «Το δίκτυο» (1976)


Είμαστε τα τέκνα της λεγόμενης γενιάς του Πολυτεχνείου. Όταν πήγαμε γυμνάσιο, είχε τελειοποιηθεί στην Ελλάδα η τέχνη του ρουσφετιού. Η πελατειακή σχέση ανάμεσα σε εσένα και αυτόν που εξέλεξες να σε διοικήσει είχε πια παγιωθεί.

Γαλουχηθήκαμε με αυτή τη νοοτροπία. Όλοι θα θέλαμε να έχουμε βύσματα για να κόψουμε -ή να φτιάξουμε- δρόμο προς την επόμενη υπεραμοιβόμενη και υποελεγχόμενη θεσούλα σε κάποιο δημόσιο. Η μονιμότητα ήταν η πανάκεια.

Οι γονείς μας μάς μετέδωσαν μια αγωνία να ανελιχθούμε, είτε υγιώς -και με κάποιο απωθημένο- με το να γίνουμε οι επιστήμονες του αύριο, είτε πλαγίως με το να συνδικαλιζόμαστε σε μεγάλες φοιτητικές οργανώσεις που σκοπό είχαν αποκλειστικά την είσοδο στην πολιτική διαφθορά και επιδιώκοντας θέσεις «βολέματος», όπου σκοπός ήταν η αεργία.

Χτίσαμε έτσι την φιλοδοξία για το απόλυτο τίποτα. Ένα μοτίβο που συνεχίστηκε μέχρι σήμερα και επέφερε την απόλυτη επαγγελματική δυστυχία σε μια γενιά, αυτήν του να μισείς τη δουλειά σου. Η ερώτηση «τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» είχε την απάντηση «Δημόσιος Υπάλληλος». Αν ρωτούσες «δηλαδή;», θα αντιμετώπιζες την αμηχανία του ανθρώπου που δεν ξέρει πού πάει, έχοντας κληρονομήσει τα μετακατοχικά σύνδρομα μίας γενιάς (αυτής του Πολυτεχνείου πάνω-κάτω) ότι δήθεν «δεν θα έχουμε», «μην τελειώσει», «φάε όπου βρίσκεις».

Μεταξύ μας, πάντα είχαμε (έστω και λίγα, κάποιοι), ποτέ δεν τελείωσε (εντελώς) και φάγαμε τόσο που παχύναμε. Η απολύτως αδικαιολόγητη τραυματική ανησυχία μιας γενιάς που ήρθε από παγκοσμίους και εμφυλίους μάς μετέδωσε ένα ανόητο άγχος του να έχεις σε αντίθεση με το να κάνεις, ώστε να πας μπροστά εσύ και οι γύρω σου.

Στήθηκε λοιπόν μια Ελλάδα χωρίς στοιχειώδη σεβασμό για την εργασία, χωρίς όραμα και στόχους: η δουλειά είναι αυτή η άδικη κατάρα που μας έριξε ο Θεός, ενώ ταυτόχρονα μας χάρισε μια χώρα με ένα φυσικό κάλλος κι έναν καιρό που είναι μόνο για να κάνεις PhD στην φραπεδοποσία. Η εργασία αντιμετωπίστηκε από την πλειοψηφία μας μόνο σαν το όχημα για να βγάλουμε λεφτά -και ενίοτε παράνομα. Έρευνα λίγη, πανεπιστήμια ασθενέστατα, επιχειρείν με κουμπαριές, δημόσιος τομέας που τα έξυνε με κάθε δοθείσα αφορμή και δεκάδες άλλες παρενέργειες που δεν αναγράφονταν στη συσκευασία.

Γίναμε ένα κράτος αγγαρειομάχων. Η δουλειά δεν ήταν ποτέ η αφορμή για την πρόοδο, δεν ήταν το όχημα αναζήτησης λύσης στα προβλήματα της ζωής (όσοι σκέφτονταν έτσι απορροφήθηκαν από εταιρίες-εξαιρέσεις ή την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια προς την Ευρώπη και την Αμερική). Όχι, η δουλειά ήταν και είναι αυτό το αφόρητο καταναγκαστικό έργο στο οποίο υποβάλλεσαι γιατί η ζωή είναι άδικη. Εν ολίγοις, 1/3 ύπνος, 1/3 λοιπά και 1/3 Γολγοθάς. Αυτή ήταν η συνταγή για το βόλεμά μας, έτσι ώστε να καμαρώνουν οι μπαμπάδες μας και να χαμογελάνε οι μαμάδες. Ωραία συνταγή, αγαπητέ, το φαγητό όμως δεν τρώγεται. Και οι ψυχολόγοι απέκτησαν πολλή πελατεία…

Ταυτόχρονα, το πολιτιστικό επίπεδο των Ελλήνων έπεφτε κατακόρυφα. Αρχές του ’80 ο Χατζηδάκις έστηνε αγώνες τραγουδιού στην Κέρκυρα. Αρχές του 2000 οι φοιτητικές παρατάξεις έφερναν στα πάρτυ τους αοιδούς και αηδίες από τα σκυλάδικα της Συγγρού και της παραλιακής. (Το 2010 έγιναν περικοπές και το σκυλολόι ευτυχώς έμεινε στα σπίτια του)

Ενώ μεγαλώναμε με κρέμες Milupa και Nutricia, η ιδιωτική τηλεόραση έκανε το μπαμ και από την αριστουργηματική και εκπαιδευτική Φρουτοπία του Ευγένιου Τριβιζά φτάσαμε σε dt σε κακόγουστα γιαπωνέζικα anime και αμερικανικές φαρσοτσοντοταινίες για όλη την οικογένεια την Κυριακή. Και φυσικά βιώσαμε με όλο μας το είναι την επέλαση του ρηχού και ψεύτικου δυτικού λάιφστάιλ, βλέποντας ηλίθιες νεανικές σειρές με επιδερμικές σχέσεις ανάμεσα σε γκόμενες και γκόμενους που απλώς δεν υπάρχουν, οι οποίες αποτέλεσαν το θεμέλιο για να φτιάξουμε ανούσιες σχέσεις -φιλικές και ερωτικές, να χτυπήσουμε λάθος γκόμενους/-ες και να παντρευτούμε γυναίκες/άντρες με απολύτως λάθος κριτήρια. Η ζωή εκτός τηλεόρασης δεν ήταν καθόλου γυαλιστερή. Και οι δικηγόροι απέκτησαν πολλή δουλειά…

Αν δεν είμαι ο μόνος που πιστεύει ότι τίποτα από τα παραπάνω δεν μπαίνει πραγματικά στο βιογραφικό μας για την επόμενη συνέντευξη, ίσως θα πρέπει να διορθώσουμε την πορεία για να αποφύγουμε το παγόβουνο. Δεν είναι ούτε καν τώρα αργά. Για την ακρίβεια, ίσως τώρα που τα πάντα σείονται να ‘ναι μια καλή στιγμή να αλλάξουμε: να γίνουμε μια γενιά που ξέρει γιατί δουλεύει, τι σχέσεις θέλει να’χει και για ποιον λόγο, να μην παρακαλάει να αποκτήσει χαριστικά όσα μπορεί να έχει απλώς προσπαθώντας και να θέτει νέους στόχους και προτεραιότητες, πετώντας την συμπλεγματική παλιατζούρα που περιφέρει σαν πλάνο ζωής και την οποία δεν διάλεξε καν.

Μπορεί έτσι να σταματήσουμε να πιστεύουμε ότι ο καλύτερος τρόπος για να γίνουμε ήρωες είναι να φάμε τα σούπερ φιστίκια μας αναφωνώντας «Ta-dah!»

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s